δεκαδαρχία

δεκαδαρχία, η (Α)
1. η διακυβέρνηση από συμβούλιο δέκα ανδρών
2. ίλη ιππικού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δεκαδαρχία — δεκαδαρχίᾱ , δεκαδαρχία government of ten fem nom/voc/acc dual δεκαδαρχίᾱ , δεκαδαρχία government of ten fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχίᾳ — δεκαδαρχίαι , δεκαδαρχία government of ten fem nom/voc pl δεκαδαρχίᾱͅ , δεκαδαρχία government of ten fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχίας — δεκαδαρχίᾱς , δεκαδαρχία government of ten fem acc pl δεκαδαρχίᾱς , δεκαδαρχία government of ten fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχίαι — δεκαδαρχία government of ten fem nom/voc pl δεκαδαρχίᾱͅ , δεκαδαρχία government of ten fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχίαν — δεκαδαρχίᾱν , δεκαδαρχία government of ten fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχιῶν — δεκαδαρχία government of ten fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαδαρχίαις — δεκαδαρχία government of ten fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανθυπατικός — ἀνθυπατικός, ή, όν (Α) 1. αυτός που ανήκει στον ανθύπατο 2. «ανθυπατική δεκαδαρχία» (Πλούταρχος) το σώμα των χιλιάρχων που είχε αναλάβει υπατικές εξουσίες …   Dictionary of Greek

  • δεκαδεύς — ( έως), ο (Α) [δεκάς] 1. αυτός που ανήκει σε μία δεκαδαρχία 2. ο πρόεδρος δεκαμελούς συμβουλίου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.